Σύμπλεγμα βιταμινών Β

Οι διάφοροι τύποι πολυβιταµινούχων συµπληρωµάτων διατροφής που κυκλοφορούν, περιέχουν στην πλειοψηφία τους ένα ή περισσότερα εκ των 11 βιταµινών και 13 ιχνοστοιχείων, τα οποία έχουν χαρακτηριστεί ως απαραίτητα θρεπτικά συστατικά για τον ανθρώπινο οργανισµό [Clayman CB].
Για να επισηµάνουµε τη σηµασία των βιταµινών για τον ανθρώπινο οργανισµό, να δικαιολογήσουµε την ύπαρξη των συµπληρωµάτων διατροφής και να εστιάσουµε στους λόγους σχετικά µε το «πότε» κρίνεται ωφέλιµη η εξωγενής πρόσληψή τους, θα πρέπει να καταγράψουµε περιληπτικά τις κυριότερες ασθένειες που αποδεδειγµένα προκαλούνται στον ανθρώπινο οργανισµό από την έλλειψη των πιο σηµαντικών και ευρύτερα διαδεδοµένων βιταµινών, χωρίς ωστόσο να εµβαθύνουµε στην παρούσα εργασία σε βιοχηµικές λεπτοµέρειες ούτε σε εξειδικευµένες µελέτες, οι οποίες θα απευθύνονταν σε ένα πιο στενό ερευνητικό περιβάλλον.

Ωστόσο, δεν µπορούµε να παραλείψουµε και την τοξική επίδραση που αποδίδεται σε υψηλά επίπεδα βιταµινών λόγω υπερδοσολογίας


Βιταµίνη Β1 (θειαµίνη)
Τα εγκεφαλικά κύτταρα τροφοδοτούνται διαρκώς µε θειαµίνη. Η τριφωσφορική θειαµίνη εµπλέκεται στη φυσιολογική λειτουργία των νευρικών κυττάρων και έτσι δηµιουργείται µια συνεχής µεταφορά της βιταµίνης από το αίµα στον εγκέφαλο. Πειραµατικές µελέτες έχουν δείξει ότι η έλλειψη θειαµίνης προκαλεί νευροµυϊκές διαταραχές και κυρίως σπασµούς [Greenwood et al]. Τέτοιου είδους έλλειψη προκαλείται από τη φτωχή δίαιτα σε ασθένειες όπου ο µεταβολικός ρυθµός είναι αυξηµένος, π.χ. υπερθυρεοειδισµός, χρόνιος αλκοολισµός, υπερβολικά συχνές διαρροϊκές κενώσεις, και από άλλους γενετικούς παράγοντες [Ball GFM].
Τα συµπτώµατα που προκαλεί η έλλειψη θειαµίνης ποικίλλουν και συµπεριλαµβάνουν ανορεξία, που ακολουθείται από µείωση του σωµατικού βάρους, περιφερική και κεντρική νευροπάθεια, µυϊκή αδυναµία και καρδιοαγγειακές παθήσεις. Σε περιπτώσεις σηµαντικής ανεπάρκειας σε βιταµίνη Β1, εµφανίζονται επεισόδια µανιοκατάθλιψης, σύγχυση και παράνοια που –σε συνδυασµό µε χρόνιο αλκοολισµό– οδηγούν στο σύνδροµο Wernicke-Korsakoff, µια κλινική µορφή ψύχωσης [Tomasylo et al].
Παρ’ όλο που µεγάλες ποσότητες πρόσληψης θειαµίνης από του στόµατος δεν είναι τοξικές, καθώς η βιταµίνη απεκκρίνεται ταχέως από τα ούρα, ωστόσο η παρεντερική χορήγησή της για µεγάλα διαστήµατα µπορεί να επιφέρει ακόµα και το θάνατο [Cumming et al].

Βιταµίνη Β2 (ριβοφλαβίνη)
Συναντάται σε δύο δραστικές µορφές συνενζύµων (FMN και FAD), οι οποίες συµµετέχουν σε οξειδοαναγωγικές βιοχηµικές λειτουργίες του µεταβολισµού. Ο ανθρώπινος οργανισµός δεν µπορεί να συνθέσει τη ριβοφλαβίνη και την προσλαµβάνει από εξωγενείς πηγές. Ο θυρεοειδής αδένας παίζει σηµαντικό ρόλο, καθώς ρυθµίζει τη µετατροπή της ριβοφλαβίνης στις δύο δραστικές τις µορφές. Σε περιπτώσεις υποθυρεοειδισµού τα επίπεδα της βιταµίνης Β2 είναι µειωµένα [Lee & McCormick]. Η ριβοφλαβίνη συµβάλλει σηµαντικά στη φυσιολογική διατήρηση της εγκεφαλικής οµοιόστασης. Έχει την ιδιότητα να διαπερνά τον αιµατεγκεφαλικό φραγµό και περίπου το 50% της συνολικής ποσότητας στον ανθρώπινο οργανισµό βρίσκεται στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό, ενώ το υπόλοιπο εντοπίζεται στο πλάσµα [Spector, 1980a,b].
Τα συµπτώµατα έλλειψης βιταµίνης προκαλούνται από δίαιτα φτωχή σε ριβοφλαβίνη και συµπεριλαµβάνουν σκασµένα χείλη, γωνιακή χειλίτιδα, στοµατίτιδα, γλωσσίτιδα και σε ορισµένες περιπτώσεις φωτοφοβία.
Δεν έχει αναφερθεί τοξικότητα σε υψηλές δόσεις πρόσληψης [Cumming et al].

Βιταµίνη Β6
Προσλαµβάνεται µέσω της τροφής και ανιχνεύεται σε τρεις βιταµινικές µορφές (πυριδοξίνη, πυριδοξάλη, πυριδοξαµίνη). Απορροφάται από το λεπτό έντερο. Έρευνες αποδεικνύουν ότι η βιοδιαθεσιµότητα της βιταµίνης Β6 είναι µεγαλύτερη όταν προέρχεται από ζωικές πηγές [Tsuji et al, Nguyen & Gregory]. H B6 συµµετέχει σε πάνω από 100 ενζυµατικές λειτουργίες που σχετίζονται κυρίως µε το µεταβολισµό λιπιδίων και πρωτεϊνών του αίµατος, νευροδιαβιβαστών, όπως επίσης και στη µετατροπή της L-τρυπτοφάνης σε νιασίνη, η οποία περιγράφηκε πιο πάνω. Επίσης, µελέτες επιβεβαιώνουν το ρυθµιστικό ρόλο της Β6 στη φυσιολογική λειτουργία των επιπέδων των στεροϊδικών ορµονών (γλυκοκορτικοειδών) [Allgood et al].
Καταστάσεις που οφείλονται σε έλλειψη βιταµίνης Β6 δεν εµφανίζονται συχνά, δεδοµένου ότι η συγκεκριµένη βιταµίνη περιέχεται σε πλήθος τροφών, οπότε και η επαρκής πρόσληψή της καλύπτεται συνήθως από την καθηµερινή διατροφή. Σε περιπτώσεις όµως φτωχής δίαιτας σε Β6 εµφανίζονται γαστρεντερικές ενοχλήσεις, ξηροστοµία, στοµατίτιδα, ουλίτιδα και πόνος στη γλώσσα. Επίσης, µειωµένη απόκριση του ανοσοποιητικού συστήµατος σχετίζεται µε χαµηλά επίπεδα βιταµίνης Β6 [Talbot et al, Rose et al].
Σύµπτωµα τοξικότητας λόγω υπερδοσολογίας αποτελεί η κεντρική νευροπάθεια, η οποία έχει παρατηρηθεί σε γυναίκες που λάµβαναν συµπληρωµατικά υψηλές δόσεις Β6 για διάστηµα 6 µηνών τουλάχιστον [Dalton & Dalton]. Ωστόσο, οξεία µορφή τοξικότητας δεν έχει παρατηρηθεί [McCormick].

Βιταµίνη Β12 (κοβαλαµίνες)
Η πιο σταθερή µορφή Β12 σε θερµοκρασία και φως είναι η κυανοκοβαλαµίνη, η οποία και περιέχεται σε φαρµακευτικά σκευάσµατα και συµπληρώµατα διατροφής. Οι ζωικές τροφές και τα παράγωγά τους είναι πλούσια σε Β12 και, όπως είναι φυσικό, οι χορτοφάγοι αντιµετωπίζουν πρόβληµα όσον αφορά την πρόσληψη της συγκεκριµένης βιταµίνης από τη διατροφή. Σε αντίθεση µε τις άλλες υδατοδιαλυτές βιταµίνες του συµπλέγµατος Β, οι µεγαλύτερες ποσότητες Β12 αποθηκεύονται στο ήπαρ, ενώ µικρότερες ποσότητες εντοπίζονται στους µυς, το δέρµα και το πλάσµα. Η Β12 δρα ως συνένζυµο στο µεταβολισµό υδατανθράκων, πρωτεϊνών και λιπιδίων, ενώ συνιστά σηµαντικό παράγοντα ερυθροποίησης [Fairfield & Fletcher].
Η έλλειψη Β12 παραπέµπει στην εµφάνιση µεγαλοβλαστικής αναιµίας, όπως και σε περιπτώσεις έλλειψης φυλλικού οξέος. Ωστόσο, στην περίπτωση της Β12, ο σωστός όρος που αποδίδεται είναι η κακοήθης αναιµία, στην οποία εκτός των µορφολογικών ανωµαλιών των αιµοποιητικών κυττάρων, παρατηρούνται και νευρολογικές διαταραχές λόγω αποµυελίνωσης των νευρικών κυττάρων. Πρώιµα νευρολογικά συµπτώµατα κακοήθους αναιµίας εµφανίζονται µε τη µορφή µυϊκής αδυναµίας, που περιλαµβάνει κράµπες και µουδιάσµατα. Όσο η αναιµία επιµένει, παρατηρείται άτακτο περπάτηµα και γενικευµένες κινητικές διαταραχές, ενώ δηµιουργούνται βλάβες στην ουροδόχο κύστη που επιφέρουν ακράτεια ούρων. Όσο η αποµυελίνωση του νευρικού ιστού επιµένει, παρατηρείται απώλεια µνήµης, κατάθλιψη και απάθεια. Η ανταπόκριση στη θεραπεία µε Β12 εξαρτάται από το βαθµό διάγνωσης. Παρ’ όλο που υπάρχει βελτίωση της νευρολογικής εικόνας του ασθενούς, ορισµένες βλάβες δεν επιδιορθώνονται. Αν δεν χορηγηθεί Β12, ο ασθενής καταλήγει [Ball GFM].
Τοξικότητα λόγω υπερδοσολογίας Β12 δεν έχει αναφερθεί.

Πηγή : Φαρμακευτικός κόσμος