Βιταμίνη D και Ε, oφέλη και δράση

Οι διάφοροι τύποι πολυβιταµινούχων συµπληρωµάτων διατροφής που κυκλοφορούν, περιέχουν στην πλειοψηφία τους ένα ή περισσότερα εκ των 11 βιταµινών και 13 ιχνοστοιχείων, τα οποία έχουν χαρακτηριστεί ως απαραίτητα θρεπτικά συστατικά για τον ανθρώπινο οργανισµό [Clayman CB].
Για να επισηµάνουµε τη σηµασία των βιταµινών για τον ανθρώπινο οργανισµό, να δικαιολογήσουµε την ύπαρξη των συµπληρωµάτων διατροφής και να εστιάσουµε στους λόγους σχετικά µε το «πότε» κρίνεται ωφέλιµη η εξωγενής πρόσληψή τους, θα πρέπει να καταγράψουµε περιληπτικά τις κυριότερες ασθένειες που αποδεδειγµένα προκαλούνται στον ανθρώπινο οργανισµό από την έλλειψη των πιο σηµαντικών και ευρύτερα διαδεδοµένων βιταµινών, χωρίς ωστόσο να εµβαθύνουµε στην παρούσα εργασία σε βιοχηµικές λεπτοµέρειες ούτε σε εξειδικευµένες µελέτες, οι οποίες θα απευθύνονταν σε ένα πιο στενό ερευνητικό περιβάλλον.

Ωστόσο, δεν µπορούµε να παραλείψουµε και την τοξική επίδραση που αποδίδεται σε υψηλά επίπεδα βιταµινών λόγω υπερδοσολογίας


Βιταµίνη D
Τα αποθέµατά της εξαρτώνται κυρίως από το βαθµό έκθεσης του ανθρώπου στην ηλιακή ακτινοβολία, ενώ η εξωγενής πρόσληψή της από τις τροφές είναι πολύ µικρότερη σε σχέση µε αυτή της ενδογενούς σύνθεσής της. Αβιταµίνωση D εµφανίζεται κατά κύριο λόγο εξαιτίας χαµηλής έκθεσης στον ήλιο και κατ’ επέκταση λόγω χαµηλής θρέψης σε τροφές που δεν είναι πλούσιες σε βιταµίνη D αλλά και σε ελαττωµένη εντερική απορρόφηση της ίδιας της βιταµίνης.
Η ραχίτιδα αποτελεί την κλασική περίπτωση ασθένειας που οφείλεται σε αβιταµίνωση D και εµφανίζεται κυρίως σε νεαρές ηλικίες. Η έλλειψή της εκδηλώνεται συχνότερα µε διαταραχές των επιπέδων ασβεστίου στο πλάσµα, µε αποτέλεσµα να διαταράσσεται η δοµική σύσταση των οστών (οστεοµαλακία). Οι ασθενείς µε οστεοµαλακία χαρακτηρίζονται από µυϊκή αδυναµία, πόνο κατά µήκος της σπονδυλικής στήλης, στους ώµους, στα πλευρά ή στο ισχίο. Επίσης, η έλλειψη ασβεστίου που προκαλείται από την αβιταµίνωση D επηρεάζει τη λειτουργία του παραθυρεοειδούς αδένα και των νεφρών, µε αποτέλεσµα να εµφανίζονται διαταραχές ηλεκτρολυτών, όπως υποκαλιαιµία και υπερφωσφαταιµία.
Η αποτελεσµατικότητα της χορήγησης συνθετικών σκευασµάτων βιταµίνης D στην µετεµµηνοπαυσιακή οστεοπόρωση έχει µελετηθεί ευρέως. Ωστόσο δεν αποδείχθηκε ότι θεραπεύει την οστεοπόρωση, αλλά ενισχύει την αύξηση των επιπέδων ασβεστίου, µειώνοντας παράλληλα τον κίνδυνο πιθανού κατάγµατος [Brown et al]. Θετικά αποτελέσµατα έχουν διαπιστωθεί σε περιπτώσεις ψωρίασης, όπου η φαρµακευτική ουσία καλσιποτριόλη (ανάλογο βιταµίνης D) εφαρµόζεται ευρέως στη θεραπεία της νόσου σε συνδυασµό µε κορτικοστεροειδή, οµαλοποιώντας την κλινική εικόνα της.
Η υπερδοσολογία βιταµίνης D συνδέεται απόλυτα µε την εξωγενή της πρόσληψη από συµπληρωµατικές πηγές και όχι από τη διατροφική της πρόσληψη ούτε από την υπερβολική έκθεση στον ήλιο. Τη δεκαετία του 1940 στη Μ. Βρετανία ξέσπασε η επιδηµία της «ιδιοπαθούς υπερασβεστιαιµίας» σε νεογνά, τα οποία κατανάλωναν γάλα εµπλουτισµένο µε αυξηµένη ποσότητα βιταµίνης D ως κυβερνητική οδηγία λόγω των κακουχιών του Β΄ Παγκοσµίου Πολέµου. Η αύξηση του ασβεστίου στον ορρό έχει ως αποτέλεσµα την εµφάνιση συµπτωµάτων όπως ανορεξία, ναυτία, ζάλη, µυϊκή αδυναµία και δυσκοιλιότητα. Η νεφρική δυσλειτουργία, που έχει ως αποτέλεσµα πολυουρία και πολυδιψία, προκαλεί µη αναστρέψιµη ασβέστωση των νεφρών (δηµιουργία πέτρας στα νεφρά). Η κατάσταση αυτή οδηγεί σε γενικευµένες ασβεστώσεις και σε άλλα όργανα, όπως στην καρδιά, στους πνεύµονες και στα αγγεία και στο τέλος επέρχεται ο θάνατος από νεφρική ανεπάρκεια.

Βιταµίνη Ε
Πρόκειται για τη βιταµίνη που λαµβάνει µέρος στις περισσότερες φυσιολογικές λειτουργίες του οργανισµού. Με αποδεδειγµένη αντιοξειδωτική δράση που οφείλεται στο γεγονός ότι δρα προστατευτικά κυρίως στις κυτταρικές µεµβράνες, η βιταµίνη Ε έχει χαρακτηριστεί και ως «lifestyle» βιταµίνη. Σύµφωνα µε µελέτες, συµµετέχει στην κυτταρική και χυµική ανοσία, ασκεί αντιφλεγµονώδη δράση, αλληλεπιδρά µε οξειδωµένες µορφές χοληστερίνης, διατηρώντας παράλληλα την ελαστικότητα των αιµοφόρων αγγείων, εµποδίζει τη συγκόλληση των αιµοπεταλίων και τη δηµιουργία θρόµβων και τέλος εµφανίζει συνεργική δράση µε τη βιταµίνη C και τη βιταµίνη Α [Beharka et al. Keaney et al Desrumaux et al].
Αβιταµίνωση Ε συνδέεται µε την εµφάνιση αιµολυτικής αναιµίας στα νεογνά. Η «αταξία», µια κλινική µορφή νευρολογικής διαταραχής που εκδηλώνεται µε ασταθές περπάτηµα και αδυναµία συντονισµού και ελέγχου των κινήσεων, οφείλεται σε πολλούς παράγοντες, µεταξύ των οποίων και η έλλειψη της βιταµίνης Ε [Schuelke M]. Τα συµπτώµατα αναστρέφονται µε εξωγενή πρόσληψη βιταµίνης Ε.
Παρ’ όλο που η βιταµίνη Ε θεωρείται µη τοξική και δεν έχουν αναφερθεί σηµαντικές ανεπιθύµητες ενέργειες σε περίπτωση υπερδοσολογίας από συµπληρώµατα διατροφής, ωστόσο δεν είναι ακόµα αποδεδειγµένη η ασφάλειά της σε µεγάλες δόσεις. Μελέτες αναφέρουν ότι µεγάλες δόσεις βιταµίνης Ε αναστέλλουν τη συγκόλληση αιµοπεταλίων. Για το λόγο αυτό αποθαρρύνεται η αγωγή µε υψηλές δόσεις βιταµίνης Ε δύο εβδοµάδες πριν και µετά την οποιαδήποτε χειρουργική επέµβαση [Bendich & Machlin].

Πηγή : Φαρμακευτικός κόσμος